Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2008

Δεν είναι ο κόσμος σου αυτός

Τίτλος: Δεν είναι ο κόσμος σου αυτός

Τραγούδι : Ελευθερία Αρβανιτάκη
Ραπ: Ρόδες
Δίσκος: Στην γιορτή της φαντασίας

Είν' η νύχτα αυτή καυτή και έχει ροή φωτεινή,
Είναι μουντό το πρωί και είναι μια μέρα σκοτεινή,
Είναι μια ανάσα η χρονιά μου κι είναι η εποχή μια πνοή
Κι είναι μεγάλη και αιώνια σαν μια ρουφηξιά η ζωή
Κι είν' η γη στρογγυλή κι όμως ο κόσμος αυτός είναι επίπεδος
Κι ο νους από το φώς είναι ταχύτερος πρώτος και καλύτερος
Κάθε γιός «Χριστός»
Κάθε πόρνη «Παναγιά»
Κάθε κόρη «Αφροδίτη»
και κάθε μάνα «με γεια»
Και με χάρη και μακάρι και κάθε εχθρός «παλικάρι»,
Κάθε πόλεμος «αγώνας»,
κάθε ποιήμα «προσευχητάρι»
Κι είν' οι μπόμπες πεφταστέρια σ' Αυγουστιάτικη βραδιά
Κι είναι κοσμήματα τα βόλια κρεμασμένα στην καρδιά!(Φοβάμαι..)
πως δε θα αντέξω την ομορφιά(Κοιμάμαι)
μα έχω τα μάτια μου ανοιχτά(Θυμάμαι)
τί μου' χες πει μια νυχτιάΠριν ονειρευτώ να σιγουρευτώ
Πως θα' χω τα βλέφαρα μου κλειστά (Ελευθερία)

Δεν είν' ο κόσμος σου αυτός, είναι διαφορετικός
Σου' χα πει μια νυχτιά θυμάμαι..
Πως οτι φαίνεται είν' άλλιώς κι οτι φτιάχνεις ουρανός
Με βροχή και φωτιά
Φοβάμαι...

Εχει ένα κρύο πηχτό και έχει ένα καύσωνα σκληρό
Έχει ένα κόκκινο ουρανό κι έναν ήλιο μακρινό
Μα εγώ χαμπάρι (κοιμάμαι) για τη μεγάλη στιγμή
Που θα γίνουν οι πιο μπερδεμένες λέξεις αριθμοί
Καθαροί οι ρυθμοί, της φασαρίας μουσική
Να 'σαι εκεί μου χες πει, που βγάζουν όλοι οι προορισμοί
Για να δεις δημιουργό την ανθρωπότητα (πάμε)
Για καλλιτέχνη την καθημερινότητα
Συγκίνηση , φόβος κι αυτοεκτίμηση
Βλέποντας νέους ζωγράφους να ξεπηδούν απ' τη διαφήμιση
Και από τους βρώμικους κόλπους της δημοσιογραφίας
Ένα νέο κύμα λογοτεχνίαςΑπ' τις κατώτερες τάξεις φιλοσόφων παρατάξεις
Κι απ' τις προνομιούχες κοινωνικές αναταράξεις
Ένας δεύτερος ήλιος θα ρίχνει δεύτερες σκιές
ΚΑΘΩΣ ΘΑ ΣΚΑΝΕ ΕΚΑΤΟ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΠΥΡΗΝΙΚΕΣ ΚΕΦΑΛΕΣ! (Ελευθερία!)

Ηταν τα λόγια σου γλυκά και τα φιλιά σου πικρά ,
Τα ταξίδια μεγάλα, τα φτερά σου μικρά
Είχες φουρτούνα στα μάτια και μια πλημμύρα στην κόχη
Ένα σου χάδι δυο ζωές, ένα σου «ναί» δυο «όχι».
Βρήκα μια θάλασσα κρυφή, ήπια μια θάλασσα στιφή
Μου' κανε δώρο ένα ξερόβραχο η ζωή
Και εγώ σ'αυτή μια τελευταία αναπνοή κι ένα βυθό για κρεβάτι
Κι άνοιξα υδάτινο δρόμο στο μονοπάτι του εφιάλτη
Και μ' έβγαλε έξω απ' το μπουκάλι (φοβάμαι)
Με μια ζάλη παστρικιά κι ένα βρώμικο μυαλό πάλι (να' μαι)
Στο ίδιο παιχνίδι ξανά έγινε η σέντρα κι είχαμε όλοι μας τα χέρια ανοιχτά!
Φοβάμαι, πέσαν τα φώτα ξανά
Κι έμεινα μόνος στο τσιμέντο με τα καθίσματα αδειανά
Κι έγινε το βλέμμα μου παράθυρο για να το σκάσω απ' το παρόν
Μα ήταν όνειρο μόνο ΚΕΚΛΕΙΣΜΕΝΩΝ ΤΩΝ ΘΥΡΩΝ

Δεν είναι ο κόσμος σου αυτός